Συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη στα «ΝΕΑ»

 

Συνέντευξη στα «ΝΕΑ» στον Δημήτρη Μανιάτη

Δευτέρα, 13.5.2013

Η ζωή σας ταυτίζεται κυριολεκτικά με την νεώτερη Ιστορία της Ελλάδας. Από όλο αυτό το συναρπαστικό βίο ανατρέξτε πίσω στο πρώτο τραγούδι ή μελωδία που συνθέσατε και περιγράψτε μας εκείνη την στιγμή, εκείνη την αίσθηση.

Μ.Θ. Το πρώτο μου τραγούδι δεν είναι γνωστό. Το συνέθεσα στην Πάτρα ευθύς μόλις απόκτησα ένα βιολί και π ήγα στο Ωδείο αφού έμαθα τις πρώτες νότες. Ήμουν δώδεκα χρονών. Και από τότε … απογειώθηκα. Η ζωή μου χώρισε σε δύο μέρη: Την Μουσική, που ήταν η πραγματική μου ζωή. Και την κοινωνική, που ήταν η αναγκαστική. Η σύνθεση μουσικής σε απογειώνει. Δεν υπήρξε ούτε μια στιγμή της ζωής μου χωρίς μουσική. Ακόμα και όταν στη Μακρόνησο με πέταξαν βαρειά τραυματισμένο σε μια φυλακή, ήρθε η Μουσική. Και τότε έβαλα τα γέλια. Ενώ όλοι γύρω μου ούρλιαζαν, εγώ γελούσα τόσο δυνατά, που όλοι σταμάτησαν νομίζοντας ότι τρελλάθηκα. Όμως αντίθετα, ο ανείπωτος πόνος μου φώτισε τον εγκέφαλο που έδιωχνε καγχάζοντας τη Μουσική. Θυμάμαι και τη σκέψη μου εκείνης της στιγμής. Της έλεγα της Μουσικής: «Δεν υπάρχεις. Είσαι ένα ψέμα. Μια αυταπάτη. Η μόνη αλήθεια είναι σάρκα και πόνος». Έτσι προσγειώθηκα, για να μοιραστώ με τους άλλους την αλήθεια του πόνου και της σάρκας.

Πότε και πώς οριστικοποιήθηκε μέσα σας η απόφαση να αφιερωθείτε στην Τέχνη της Μουσικής;

Μ.Θ. Έγινα συνθέτης μουσικής χωρίς να το ξέρω, ας πούμε από τότε που ξεκίνησα να γράφω τραγούδια. Από το 1937 έως το 1943, που συνειδητοποίησα την ανάγκη μου να ασχοληθώ με τη σύνθεση, συνέθεσα περίπου 150 τραγούδια και άλλα έργα, κυρίως εκκλησιαστικά.

Γνωρίσατε, συμπράξατε, συνεργήσατε με τις κορυφαίες προσωπικότητες του 20ου αιώνα. Ζήσατε με ποιητές, επαναστάτες, πολιτικούς υψηλής ακτινοβολίας. Σας τραγούδησαν και σας τραγουδούν σε όλο τον κόσμο. Αλήθεια, πώς αισθάνεται δικαιωμένος ένας δημιουργός όταν καλείται να συνοψίσει μια τόσο συναρπαστική ζωή; Και πότε αισθάνεται πικραμένος; Και αλήθεια σήμερα-στον καμβά ενός ζόφου και μιας θλιβερής πραγματικότητας για την Ελλάδα- ποια η δική σας αίσθηση για το έργο σας και τον τόπο μας;

Μ.Θ. Είχα την τύχη να γνωρίσω και να μυηθώ στις πυθαγόρειες θεωρίες από τα 15 μου χρόνια. Και από τότε έως σήμερα παρέμεινα πιστός. Έτσι μπορώ να πω ότι η ιδιότητα του Μουσικού υπήρξε κυριαρχική μέσα μου, πάνω από κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές θεωρίες. Έτσι η βασική αντίθεση μεταξύ Αρμονίας και Χάους ήταν για μένα η πυξίδα που οδήγησε τα βήματά μου μέσα στην κοινωνία και την πολιτική.

Είναι αλήθεια ότι έζησα πολλά και συνάντησα πολλούς και σημαντικούς. Τώρα από το ύψος των δεκαετιών που με βαραίνουν, σας λέω ειλικρινά ότι τίποτα από όλα αυτά δεν με έχει εντυπωσιάσει και πολύ περισσότερο δεν μου έχει προκαλέσει συναισθήματα θαυμασμού περισσότερο απ’ ό,τι ένα τραγούδι, μια μουσική φράση ή ένα μουσικό έργο. Οι λόγοι πιστεύω ότι είναι προφανείς: Ενώ η Μουσική και η Τέχνη γενικά είναι λουσμένες με το φως της Αρμονίας, η ανθρώπινη κοινωνία δεν κατόρθωσε να ξεφύγει από τον εναγκαλισμό του Χάους. Επί πλέον εκείνο που με εκπλήσσει και με πονάει, είναι ότι η πορεία είναι κατηφορική. Δυστυχώς από το Κακό πηγαίνουμε στο χειρότερο.

Όσο για το σήμερα, προσπάθησα να κάνω το καθήκον μου απέναντι στον Λαό και στη χώρα μας. Ξεκίνησα με την ίδρυση της Σπίθας στις 10 Δεκεμβρίου του 2010. Στην πρώτη ομιλία μου στα Προπύλαια ήρθαν να μ’ ακούσουν 50.000 ακροατές. Λίγο αργότερα στην Θεσσαλονίκη, 80.000. Ακολούθησαν η Νάουσα, το Ηράκλειο, τα Χανιά κλπ. Ήταν η εποχή που ο Λαός είχε ανάγκη να διαφωτιστεί. Μνημόνια, Τρόικα, «Σοκ και Δέος», Δάνεια, Χρέη, Φόροι, Απολύσεις, Ενικό ξεπούλημα κλπ. ήταν έννοιες άγνωστες. Στις 12 Φεβρουαρίου του 2012, που καλέσαμε μαζί με τον Μανώλη Γλέζο και τον Γιώργο Κασιμάτη τον λαό στα πλαίσια του Μετώπου ΕΛ.ΛΑ.Δ.Α. (Ελληνική Λαϊκή Δημοκρατική Αντίσταση) υπολογίζουν τον κόσμο από το Σύνταγμα ως την Ομόνοια σε 500.00. Έγιναν εκλογές. Διαφωνήσαμε μ’ αυτούς που μπήκαν στη Βουλή. Εγώ δηλώνω ότι παραμένω έξω και ενάντια στο Σύστημα. Δεν έχω όμως πια τον Λαό μαζί μου. Τι έγινε; Κουράστηκε, φοβήθηκε, απογοητεύτηκε; Ξεκίνησα την στράτευσή μου στα 1942 παλεύοντας για την Εθνική μας Ανεξαρτησία, στην Εθνική Αντίσταση. Την κερδίσαμε από τους Γερμανούς, την χάσαμε από τους Αμερικανούς και τώρα από τις Τράπεζες, τους δανειστές μας με πρώτους και καλλίτερους ξανά τους Γερμανούς… Όπως καταλαβαίνετε, είναι αργά για μένα ύστερα από 70 χρόνων αγώνες για την Ανεξαρτησία, να παραιτηθώ από αυτόν τον … αιώνιο στόχο. Επιμένω ελληνικά, πατριωτικά για οριστική, τελεσίδικη και ολοκληρωτική λύση. Την Εθνική μας Ανεξαρτησία! Αυτή είναι η κληρονομιά που σας αφήνω, με την ελπίδα ότι κάποτε οι Έλληνες θα είναι ελεύθεροι και ωραίοι σαν Έλληνες!

Πώς καταφέρνει ένας δημιουργός να γίνει παγκόσμιος χωρίς να χάνει την ρίζα του (κάτι που σίγουρα πετύχατε);

Μ.Θ. Για να γίνεις «διεθνής», δηλαδή να σε αναγνωρίζουν οι άλλοι λαοί, θα πρέπει να είσαι πρώτα «εθνικός». Δηλαδή να εμπνέεσαι από τις παραδόσεις σου και να έχεις ταυτιστεί μαζί τους, ώστε να μπορέσεις να τις εκφράσεις με το έργο σου, έτσι που η προσωπικότητά σου να αποκτήσει μια τέτοια και τόση ιδιαιτερότητα, που να μπορεί να υπερβεί τα σύνορα της χώρας σου. Τότε γίνεσαι «διεθνής», γιατί κατάφερες να είσαι όσο γίνεται πιο τέλεια «εθνικός». Στην περίπτωσή μας, Έλληνας.

Τελευταία ερώτηση: Ποιος την ζωή σας κυνηγά σήμερα κύριε Θεοδωράκη;

Μ.Θ. Όχι μόνο ηλικιακά αλλά και ψυχικά, βρίσκομαι στο απυρόβλητο. Με κυνήγησαν τόσοι και τόσοι, που τους έχω ξεχάσει. Τελικά με βοήθησαν να γίνω καλλίτερος. Τώρα δεν έχω περιθώρια να καλλιτερεύσω, γι’ αυτό θεωρώ ότι είναι πια περιττό να με κυνηγούν. Φυσικά πολλοί εξακολουθούν να το κάνουν ή θα ήθελαν να το κάνουν. Τους ενοχλώ. Όμως δεν μπορώ να κάνω πια τίποτα γι’ αυτούς. Όχι μόνο γιατί έχω φτάσει αλλά νομίζω ότι έχω ξεπεράσει τα όριά μου.